Βασικό ερευνητικό αντικείμενο της ομάδας μας είναι η αξιολόγηση των ανθρωπογενών επεμβάσεων στα μελίσσια και η μικροβιολογική μελέτη της επιβίωσης, εξέλιξης και διαχείρισης σημαντικών παθογόνων των μελισσών.

Ένα από τα ερευνητικά ερωτήματα εστιάζει στο πώς οι τροφοδοσίες και οι θεραπείες επηρεάζουν την επιβίωση, τη φυσιολογία και την παραγωγικότητα των μελισσών.

Τροφοδοσίες

Έρευνες δείχνουν ότι η ενίσχυση των αποικιών με τεχνητές τροφές σε περιόδους έλλειψης φυσικών πόρων δρα θετικά στην επιβίωσή τους και βελτιώνει προσωρινά την απόδοσή τους. Ωστόσο, συχνά οδηγεί σε μη ισορροπημένη διατροφή με μακροπρόθεσμες αρνητικές επιπτώσεις στη φυσιολογία τους. Επιπλέον, παρότι οι τεχνητές διατροφές καλύπτουν άμεσες ελλείψεις, διακόπτουν τη φυσιολογική συμπεριφορά συλλογής τροφής και τις αλληλεπιδράσεις με τη φυσική χλωρίδα, γεγονός που ενδέχεται να προκαλέσει ανεπιθύμητες οικολογικές μεταβολές (Kartik & Singh, 2024).

Παρά το πλήθος των δημοσιεύσεων στη διεθνή βιβλιογραφία, τα αποτελέσματα παραμένουν συχνά αντικρουόμενα. Κρίνεται λοιπόν αναγκαία η διεξαγωγή επιπλέον ερευνών υπό διαφορετικές κλιματικές συνθήκες και με τη χρήση νεότερου γενετικού υλικού, ώστε να αξιολογηθούν νέοι τύποι τροφών και εναλλακτικές μεθοδολογίες. Είναι σημαντικό πειράματα τέτοιας φύσεως να πραγματοποιούνται στο πεδίο για την εξαγωγή ρεαλιστικών συμπερασμάτων, εξετάζοντας παράλληλα τις μακροχρόνιες επιδράσεις της τροφοδοσίας για την κάλυψη των υφιστάμενων βιβλιογραφικών κενών.

Θεραπευτικά μέσα

Οι ασθένειες των μελισσών αποτελούν μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τη σύγχρονη μελισσοκομία, περιπλέκοντας τη διαχείριση των αποικιών και επηρεάζοντας την παραγωγικότητα. Το άκαρι Varroa destructor αποτελεί τον κυριότερο παράγοντα μείωσης των πληθυσμών, καθώς αποδυναμώνει το ανοσοποιητικό σύστημα των μελισσών και δρά ως φορέας ιών, αυξάνοντας τη θνησιμότητα (Kokkinis & Liakos, 2004; Warner et al., 2024). Οι σοβαρές επιπτώσεις της προσβολής από Varroa destructor συχνά επιδεινώνονται από την ταυτόχρονη παρουσία άλλων παθογόνων, καθιστώντας τη διαχείρισή του κρίσιμη για τη βιωσιμότητα των μελισσιών. Μεταξύ αυτών, τα μικροσπορίδια του μύκητα Nosema spp. ευθύνονται για τη νόσο της Νοζεμίασης, μια διατροφική ασθένεια που προσβάλει τις μέλισσες, μειώνοντας το προσδόκιμο ζωής τους (Pandiscia et al., 2024). Η Νοζεμίαση, η οποία συχνά συνυπάρχει με το το άκαρι Varroa δημιουργεί συνέργειες που επιταχύνουν την κατάρρευση των μελισσιών (Mariani et al., 2012).

Μια ακόμη σοβαρή ασθένεια που επηρεάζει σημαντικά τη βιωσιμότητα των μελισσιών ειναι η Αμερικάνικη σηψιγονία (Paenibacillus larvae), η οποία προσβάλλει το γόνο των μελισσών. Πρόκειται για μία εξαιρετικά μεταδοτική βακτηριακή λοίμωξη, η οποία προκαλεί την αποσύνθεση των προνυμφών μέσα στις κηρήθρες, οδηγώντας σε σταδιακή αποδυνάμωση και κατάρρευση της αποικίας (Genersch, 2010). Λόγω της ανθεκτικότητας των σπορίων του βακτηρίου, η Αμερικάνικη σηψιγονία, αν και λιγότερο διαδεδομένη στην Ελλάδα, παραμένει χωρίς εγκεκριμένη θεραπευτική αγωγή και αντιμετωπίζεται αποκλειστικά με μελισσοκομικούς χειρισμούς. Για τον λόγο αυτό, θεωρείται μία από τις πλέον καταστροφικές ασθένειες της μελισσοκομίας, καθιστώντας αναγκαία τη λήψη αποτελεσματικών μέτρων διαχείρισης και πρόληψης.

Αντικείμενο της μελέτης μας είναι η αξιολόγηση των διαθέσιμων θεραπευτικών παρεμβάσεων για τις συγκεκριμένες παθήσεις, η ανάλυση των επιπτώσεών τους στην υγεία και τη βιωσιμότητα των μελισσών, καθώς και η διερεύνηση της αποτελεσματικότητά τους και πιθανών συνεργειών μεταξύ των δραστικών ουσιών. Ειδικότερα, η έρευνα επικεντρώνεται στην εκτίμηση της τοξικότητας και των ποσοστών θνησιμότητας που ενδέχεται να προκαλούν οι διάφορες εφαρμοζόμενες θεραπείες.

Συνολικά

Δοκιμάζοντας διαφορετικά επίπεδα τροφοδοσίας και θεραπευτικά μέσα, η έρευνά μας εξετάζει τις μεταβολές στις εξής παραμέτρους:

  • στην επιβίωση των εργατριών,
  • στην εξέλιξη του εργατικού γόνου,
  • στην ανάπτυξη των υποφαρυγγικών αδένων (υπεύθυνων για την παραγωγή του βασιλικού πολτού),
  • στη σύσταση των μικροβιακών πληθυσμών στο εντερικό μικροβίωμα,
  • στην αναπαραγωγική ικανότητα των κηφήνων,
  • στην παραγωγικότητα των μελισσιών σε πρόπολη,
  • στην ποιότητα του μελιού με έλεγχο των τιμών της υδροξυμεθυλοφουρφουράλης (HMF),
  • στην αλληλεπίδραση με άλλα παθογόνα όπως είναι οι ιοί των μελισσών.

Παρακολούθηση μικροβιακού φορτίου

Μέσω μικροβιολογικών προσεγγίσεων παρακολουθούμε την εξέλιξη των κύριων παθογόνων της μέλισσας που εντοπίζονται σε μελισσοκομικό εξοπλισμό και προϊόντα, ύστερα από συγκεκριμένους μελισσοκομικούς χειρισμούς και πρακτικές. Η απολύμανση του μελισσοκομικού εξοπλισμού με διάφορα μέσα (θερμικά, μηχανικά, χημικά), η απομάκρυνση παλιών κηρηθρών και η επεξεργασία του κεριού για επαναχρησιμοποίηση, είναι μερικές από τις πρακτικές της σύγχρονης μελισσοκομίας που αποτελούν αντικείμενο έρευνας της ερευνητικής μας ομάδας. Σε εργαστηριακό επίπεδο, μελετάται η παρουσία, το φορτίο και η βιωσιμότητα των παθογόνων, ενώ ερευνητικό ερώτημα αποτελεί το ελάχιστο παθογόνο φορτίο που απαιτείται για την εμφάνιση κλινικών συμπτωμάτων. Στόχος της έρευνας αυτής είναι η παραγωγή επιστημονικά τεκμηριωμένων δεδομένων για την κατανόηση της επιμονής, επιβίωσης και μετάδοσης των παθογόνων, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη τεκμηριωμένων πρωτοκόλλων πρόληψης, απολύμανσης και ορθής μελισσοκομικής πρακτικής.

Άλλες κατηγορίες